Τρίτη, 11 Ιουλίου 2017

ΦΟΡΟΣ ΤΙΜΗΣ ΣΤΟ ΝΙΚΟ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗ ΚΑΙ ΣΤΟ ΜΟΥΣΤΑΦΑ ΑΚΙΝΤΖΙ

Τίποτα δεν αποδίδει καλύτερα τα όσα διαδραματίστηκαν στις συνομιλίες Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, από το παρακείμενο σκίτσο του ECONOMIST.
Ανεξάρτητα από τις πικρίες που μοιραία γέννησε η αποτυχία ο Νίκος Αναστασιάδης κι ο Μουσταφά Ακιντζί τόλμησαν να δοκιμάσουν τις αντοχές της κοινότητάς του ο καθένας, αλλά, κάποιες φορές, και τις κόκκινες γραμμές που έθεταν αντιστοίχως Ελλάδα και Τουρκία.


«Δεν πρόκειται πλέον να γίνει άλλη σοβαρή προσπάθεια για λύση του Κυπριακού από πολιτικούς της δικής μας γενιάς», δήλωσε επιγραμματικά μετά από τη διαπίστωση του ναυαγίου στο Κρανς Μοντανά ο Μουσταφά Ακιντζί. Αν λάβουμε υπ' όψιν ότι πρόκειται για τη δεύτερη αποτυχία μέσα σε δεκαπέντε χρόνια μάλλον έχει δίκιο.
Οι δυο Κύπριοι ηγέτες εργάστηκαν για περισσότερο από ένα χρόνο για μια βιώσιμη λύση του Κυπριακού μόνοι τους κι ενάντια σε όλους (βλ. ΑΡΑΓΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΤΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΓΙΑ ΛΥΣΗ ΣΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ; ).
Οι συνομιλίες σημείωσαν απίστευτη πρόοδο σε θέματα που ακόμα και στο πλαίσιο του Σχεδίου Ανάν - της διαπραγμάτευσης η οποία αναμφίβολα είχε προχωρήσει περισσότερο από κάθε προηγούμενη- ήταν ταμπού και είχαν παραπεμφθεί σε μετέπειτα συμφωνίες (π.χ. περιουσιακό). 
Όταν όμως ήρθε η συζήτηση στο θέμα της Ασφάλειας και των εγγυήσεων, θέματα στα οποία εμπλέκονταν άμεσα ή έμμεσα όχι μόνο η Αθήνα και η Άγκυρα αλλά και όλοι οι ενδιαφερόμενοι διεθνείς παίκτες εκεί τα πράγματα σκόνταψαν.
Ο λόγος ήταν ότι, πέρα από τα αντίθετα προς τη λύση συμφέροντα του καθενός από τους εξωκυπριακούς παράγοντες, τα δυο αυτά ζητήματα άπτονταν των φόβων της κάθε κοινότητας.
Είναι αδύνατο να νιώσουν ασφαλείς οι Ελληνοκύπριοι με θεσμοθετημένη την παρουσία των τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων στο νησί.
Είναι αδύνατο να νιώσουν ασφαλείς οι Τουρκοκύπριοι χωρίς παρουσία τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων στο νησί.
Η επίλυση αυτού του προβλήματος θα μπορούσε να καταστεί εφικτή μόνο αν η Αθήνα και η Άγκυρα επιθυμούσαν μια λύση κι αν ο διαμεσολαβητής του ΟΗΕ αντί να προσπαθεί να εκβιάσει καταστάσεις επιδείκνυε περισσότερη φαντασία.
Η δήλωση του αντιπροέδρου της τουρκικής κυβέρνησης Τογρούλ Τουρκές σε ΜΜΕ της χώρας του την παραμονή της έναρξης των συνομιλιών στην Ελβετία («η τουρκική κυβέρνηση συμμετέχει στις διαπραγματεύσεις αυτές επειδή βρέθηκε με το πιστόλι στον κρόταφο») αλλά και οι έντονες αντιδράσεις του Νίκου Κοτζιά στις πιεστικές προσπάθειες του εκπροσώπου του ΟΗΕ να κουβαλήσει τους δυο πρωθυπουργούς στις διαπραγματεύσεις, είναι ενδεικτικές του πόσο ζορίστηκαν οι κυβερνήσεις Ελλάδας και Τουρκίας.
Διότι μόνο κυβερνήσεις που θα αισθάνονταν σίγουρες για την ικανότητά τους να πείσουν την κοινωνία τους θα μπορούσαν να υπερβούν πάγιες μαξιμαλιστικές τους θέσεις τεσσάρων και πλέον δεκαετιών. 
Πώς όμως η ελληνική κυβέρνηση η οποία κάθε έξι μήνες αποδέχεται τα νέα εξωφρενικά μέτρα λιτότητας, που κατά παράβαση των προηγουμένως συμφωνηθέντων αξιώνουν οι δανειστές της χώρας, θα συγκρουστεί με την εδραιωμένη πεποίθηση της ελληνικής κοινωνίας ότι «δίκαιη λύση» του Κυπριακού είναι μονάχα αυτή που περιορίζει τους Τουρκοκύπριους σε ρόλο μειονότητας με περιορισμένα δικαιώματα;
Πώς η τουρκική κυβέρνηση, που συμπεριφέρεται σαν παγιδευμένο θηρίο, βλέπει παντού ίντριγκες και συνωμοσίες και εισπράττει απανωτές αποτυχίες στην εξωτερική της πολιτική, κυρίως για το κουρδικό ζήτημα, θα συγκρουστεί με την εδραιωμένη πεποίθηση της τουρκικής κοινωνίας ότι το Κυπριακό «λύθηκε» το 1974;
Στην Κύπρο εδώ κι εξήντα τουλάχιστον χρόνια συγκρούονται ο ελληνικός κι ο τουρκικός εθνικισμός και, σε αυτή τη σύγκρουση, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι έγιναν εμπροσθοφυλακές των δυο εθνικισμών.
Ο στόχος της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα ήταν σαφής σε ευρύ τμήμα του ελληνικού πολιτικού φάσματος, συμπεριλαμβανομένης και της Αριστεράς,η οποία είχε πρωτοστατήσει στην Ελλάδα στην υποστήριξη  της ένοπλης δράσης της αντικομμουνιστικής ΕΟΚΑ, μέχρι το 1967, οπότε, εν μέσω των αναταράξεων που έχει δημιουργήσει ο πόλεμος των Έξι Ημερών* ο Μακάριος, ο οποίος ήδη από το 1961 είχε παίξει ουσιαστικό ρόλο στη δημιουργία του Κινήματος των Αδεσμεύτων** αλλάζει αιφνίδια πολιτική γραμμή, μετατρέπεται σε υπέρμαχο της ανεξαρτησίας της Κύπρου και προσεγγίζει τη Μόσχα.
Η αποτροπή της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα ήταν εξ αρχής ζωτικής σημασίας στόχος για την Τουρκία που στις αρχές της δεκαετίας του 1950 ασφυκτιούσε από την ελληνική περικύκλωση, μετά την παραχώρηση της Δωδεκανήσου στο ελληνικό Κράτος.
Αν σε αυτό προστεθεί η επιτηδευμένη τόνωση των αντιθέσεων Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων στη διάρκεια της βρετανικής αποικιακής διοίκησης έχουμε ένα κουβάρι που μοιάζει κάθε μέρα περισσότερο με γόρδιο δεσμό.
Αυτό το κουβάρι προσπάθησαν να ξετυλίξουν οι Νίκος Αναστασιάδης και Μουσταφά Ακιντζί και συγκρούστηκαν με εθνικές εμμονές ένθεν κακείθεν. Γι αυτό κι αξίζουν το σεβασμό όλων των ανθρώπων σε Ελλάδα, Κύπρο και Τουρκία, που ονειρεύονται ένα μέλλον χωρίς το φόβο του πολέμου με το γείτονα.

Γιάννης Χρυσοβέργης

Σημειώσεις για νεώτερους
*Πόλεμος των Έξι Ημερών:Στις 5 Ιουνίου 1967 το Ισραήλ εξαπέλυσε αιφνιδιαστική επίθεση εναντίον των αεροπορικών δυνάμεων της Αιγύπτου, φοβούμενο, όπως υποστήριξε, άμεση εισβολή από την Αίγυπτο. Η υπεροχή στον αέρα (κατέστρεψε τα περισσότερα αιγυπτιακά αεροσκάφη) υπήρξε το καθοριστικό ισραηλινό όπλο. Σε απάντηση η Ιορδανία επιτέθηκε στη δυτική Ιερουσαλήμ και τη Νετάνια, αλλά η ισραηλινή απάντηση ήταν άμεση. Στο τέλος του πολέμου το Ισραήλ είχε κερδίσει τον έλεγχο της ανατολικής Ιερουσαλήμ, της Λωρίδας της Γάζας, της Δυτικής Όχθης, των υψιπέδων του Γκολάν και της χερσονήσου του Σινά.
**Κίνημα των Αδεσμεύτων: Ιδρύθηκε από τους ηγέτες της Γιουγκοσλαβίας Γιοσίπ Μπροζ (Τίτο), τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο, της Ινδίας Γιαβαχαρλάλ Νεχρού και της Αιγύπτου Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ. Σκοπός του κινήματος, σύμφωνα με τη διακήρυξη της Αβάνας (1978) είναι να διασφαλίσει «την εθνική ανεξαρτησία, την εδαφική ακεραιότητα και την ασφάλεια των αδέσμευτων χωρών στον αγώνα τους ενάντια στον ιμπεριαλισμό, την αποικιοκρατία, το ρατσισμό και όλες τις μορφές ξένης επιθετικότητας, κατοχής, κυριαρχίας, ανάμειξης ή ηγεμονίας, καθως και εναντίον των μεγάλων δυνάμεων και των συνασπισμών ισχύος. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970 έπαιξε σημαντικό διεθνή ρόλο.


Πέμπτη, 6 Ιουλίου 2017

Ο ΑΡΚΑΣ, ΤΟ ΘΗΡΙΟ ΚΙ ΟΙ «ΠΑΡΑΙΤΗΘΕΙΤΕ»

Η απόφαση του ΑΡΚΑ να καταστήσει εαυτόν δημόσια φωνή του γνωστού - άγνωστου νεοφιλελεύθερου «κινήματος» ΠΑΡΑΙΤΗΘΕΙΤΕ, προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις, χαράς οι πιο λίγες, οργής κι απογοήτευσης οι πιο πολλές.
Κι επειδή πολλές από αυτές κατά το κοινώς λεγόμενο «ξεφεύγουν» είναι ίσως σκόπιμο να υπενθυμίσουμε ότι οι όποιες πολιτικές απόψεις ενός καλλιτέχνη δεν είναι δυνατόν να ακυρώνουν την καλλιτεχνική του αξία.

Πολλά έχουν γραφτεί τις τελευταίες μέρες για την απόφαση του γνωστού και αγαπητού σε όλους ΑΡΚΑ να γίνει ο προπαγανδιστής του «κινήματος» ΠΑΡΑΙΤΗΘΕΙΤΕ, που μια φορά το χρόνο, κατά τα τέλη του Ιούνη, διοργανώνει μια αποτυχημένη διαδήλωση στην Πλατεία Συντάγματος αξιώνοντας την παραίτηση της κυβέρνησης.
Πιο εμβληματικό, καθώς προκάλεσε πλήθος δευτερογενών αντιδράσεων -πιθανώς και λόγω του ονόματος της συντάκτριας -  ήταν αυτό της Έλενας Ακρίτα στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ στις 1 Ιουλίου (παραθέτω την αναπαραγωγή του από τον τοίχο του Παναγιώτη Δημητρά  https://www.facebook.com/panayote/posts/10154985200377968 ).
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα νέα σκίτσα του ΑΡΚΑ, μαυρόασπρα όσα έχω δει, πράγμα που ενδεχομένως να έχει και τη δική του σημειολογική σημασία, δεν έχουν τη σπιρτάδα του λόγου των πρωταγωνιστών του που δεκαετίες τώρα συντροφεύουν τη ζωή μας. Όμως αυτό είναι δικό του πρόβλημα, όχι δικό μας.
Όλα αυτά τα χρόνια ο ΑΡΚΑΣ είχε καθιερωθεί ως ένας σκιτσογράφος - φιλόσοφος, που μέσω των μη συμβατικών πρωταγωνιστών του σχολιάζει επιγραμματικά μικρές και μεγάλες καθημερινές στιγμές του μέσου ανθρώπου, με διαχρονικό χαρακτήρα. Και σε αυτό ήταν και είναι απαράμιλλος. 
Τα δηκτικά σχόλια των πρωταγωνιστών του, υποστηριζόμενα από ένα δουλεμένο σκίτσο, μένουν αξέχαστα στον αναγνώστη και γίνονται με τη σειρά τους τροφή για σκέψη.
Η πολιτική γελοιογραφία ποτέ μέχρι τώρα δεν τον είχε προσελκύσει, δικαίως πιθανότατα αν κρίνουμε από τα πρώτα δείγματα γραφής του σε αυτό τον τομέα.
Η πολιτική γελοιογραφία ασχολείται με το εφήμερο κι ο στόχος της είναι να προκαλέσει το αυθόρμητο γέλιο του αναγνώστη. Αν δε συμβεί αυτό είναι αποτυχημένη.
Πέντε χρόνια μετά είναι ακατανόητη αν δε συνοδεύεται από μια επεξηγηματική παράγραφο του τι, του πώς και του γιατί, σε αντίθεση με τα μέχρι τώρα σκίτσα του ΑΡΚΑ που διαβάζονται με την ίδια ευχαρίστηση από τρεις διαδοχικές γενιές.
Στον ρόλο του πολιτικού γελοιογράφου ο ΑΡΚΑΣ είναι εντελώς αποτυχημένος. Το σκίτσο του δε βγάζει γέλιο το κείμενο αφήνει το πρόσωπο ανέκφραστο. Κι ο λόγος είναι ότι στερείται παντελώς φαντασίας, ή, για να είμαστε ακριβέστεροι, διαθέτει λιγότερη φαντασία από τη ντουντούκα του Σωματείου Οικοδόμων και Συναφών Επαγγελμάτων.
Όμως αυτό απλώς σηματοδοτεί μια καλλιτεχνική αποτυχία του ΑΡΚΑ σε ένα είδος που ποτέ μέχρι τώρα δεν είχε δοκιμάσει κι απ' ό,τι δείχνει η μέχρι τώρα δουλειά του σε αυτό είχε απόλυτο δίκιο.
Σε τελική ανάλυση ο άλλος ΑΡΚΑΣ, αυτός που τόσα χρόνια είχαμε συνηθίσει, ποτέ δε μας είχε μιλήσει για τις απόψεις του για την πολιτική, πλην πιθανώς ενός στενού κύκλου προσωπικών του φίλων.
Το ότι εξαίφνης εμφανίζεται ως νεοφιλελεύθερος ταλιμπάν δε σημαίνει ότι δεν ήταν πάντα τέτοιος ή ότι δεν έγινε με την πάροδο του χρόνου (όπως πολλοί «σκληροπυρηνικοί αριστεροί» έπραξαν άλλωστε στις τελευταίες δεκαετίες).
Και το μείζον ερώτημα είναι: Θα μας άρεσε λιγότερο όλα αυτά τα χρόνια ο ΑΡΚΑΣ αν ξέραμε πως ήταν πάντοτε - ή επρόκειτο να γίνει - ένας ταλιμπάν του νεοφιλελευθερισμού; Νομίζω πως στην ερώτηση αυτή οι περισσότεροι από εμάς θα απαντούσαμε όχι.
Για τον ίδιο λόγο που οι λάτρεις του κινηματογράφου δεν έπαψαν να εκτιμούν τη Λένι Ρήφενστααλ παρά το γεγονός ότι ουδέποτε απαρνήθηκε το ναζισμό, για τον ίδιο λόγο που οι λάτρεις του ποιοτικού τραγουδιού συνέχισαν να ακούν Εντίτ Πιαφφ και μετά τη γερμανική κατοχή, παρά τις αμφιλεγόμενες σχέσεις της με Γερμανούς.
Με την έννοια αυτή θεωρώ υπερβολικά τα σχόλια της μορφής «ο Αρκάς μας πρόδωσε». Δε μας πρόδωσε γιατί ποτέ δεν είχε ταυτιστεί με μια ιδεολογία.
Είναι δικαίωμα του ΑΡΚΑ να ψηφίζει ό,τι θέλει και να προπαγανδίζει την ψήφο του. Όμως ο ΑΡΚΑΣ πολιτικός γελοιογράφος θα ξεχαστεί πριν καλά-καλά το καταλάβει κι ο ίδιος. Ο άλλος, ο ΑΡΚΑΣ ο σκιτσογράφος-φιλόσοφος είναι διαχρονικός.

Γιάννης Χρυσοβέργης

Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

ΤΟ ΑΥΓΟ ΤΟΥ ΦΙΔΙΟΥ ΕΚΚΟΛΑΠΤΕΤΑΙ ΚΑΙ ΠΑΛΙ


Μέσα από την συστηματική απενοχοποίηση της Χούντας των Συνταγματαρχών και της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ η οικονομική και πολιτική ελίτ της χώρας επιδιώκει να εμπεδώσει στην κοινωνία την ιδέα ότι μια αυταρχική εκτροπή αποτελεί μέρος της κανονικότητας.
Και μέσω αυτού του εθισμού να προετοιμάσει το έδαφος για την κατάργηση ακόμα και αυτής της προσχηματικής κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας των τελευταίων επτά χρόνων.

Οι δηλώσεις του προέδρου της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Κυριάκου Μητσοτάκη στην ευρωπαϊκή ενημερωτική ιστοσελίδα POLITICO, με τις οποίες αθωώνεται η τρομοκρατική δράση της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ* ούτε «ανεπίτρεπτο  γλωσσικό ολίσθημα» συνιστούν -άλλωστε «γλώττα λανθάνουσα τ' αληθή λέγει», έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες- όπως τον κατηγόρησαν κάποιοι «μεταρρυθμιστές» συνοδοιπόροι του, ούτε και απλή «απόπειρα προσεταιρισμού της άκρας δεξιάς» όπως τον κατηγόρησε ο ΣΥΡΙΖΑ.
Εντάσσονται σε μια στρατηγική μακράς πνοής η οποία σε πρώτη φάση αποσκοπεί στην απενοχοποίηση της οργανωμένης ακροδεξιάς τρομοκρατίας και στον εθισμό της κοινωνίας σε αυτή, ως μέσο καταστολής κοινωνικών και πολιτικών διεκδικήσεων**. 
Αποτελούν συνέχεια των «βαθυστόχαστων αναλύσεων» του Μπάμπη Παπαδημητρίου, λίγες μόλις μέρες πριν από τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, ο οποίος από το κεντρικό δελτίο ειδήσεων της τηλεόρασης του ΣΚΑΪ, ζητούσε τη συνεργασία της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ με το «σοβαρό τμήμα» της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ.
Αλλά και της πολιτικής των στενών συνεργατών του Αντώνη Σαμαρά, Τάκη Μπαλτάκου και Φαήλου Κρανιδιώτη.
Γιατί η εξωθεσμική ακροδεξιά τρομοκρατία είναι πρωταρχικής σημασίας εργαλείο προκειμένου να εφαρμοστούν τα σχέδια «ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας» που, δια στόματος του αντιπροέδρου της ΝΕΑΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Κωστή Χατζηδάκη, συνοψίζονται στη μετατροπή όλης της χώρας σε ειδική οικονομική ζώνη, με ελάχιστους έως μηδενικούς φόρου για τους επενδυτές, κατάργηση κάθε μορφής προστασίας της εργασίας, κατάργηση κάθε έννοιας περιβαλλοντικών όρων, κατάργηση κάθε έννοιας κοινωνικού ελέγχου.
Μακροπρόθεσμα οι επίμαχες δηλώσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη εντάσσονται σε μια ενορχηστρωμένη προσπάθεια, η οποία άρχισε από το 2013 και εντάθηκε μετά την εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ το Γενάρη του 2015, στην οποία πρωτοστατεί η «μετριοπαθής» ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ και όλο το εκδοτικό συγκρότημα Αλαφούζου και η οποία συνίσταται στον εθισμό της κοινής γνώμης στο ενδεχόμενο μιας δικτατορίας.
Έτσι, ο Τάκης Θεοδωρόπουλος μας ενημερώνει στις 21 Ιουνίου (Η ΗΤΤΑ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ) ότι «μια αριστερή κυβέρνηση δεν παραδίδει ποτέ την εξουσία που κατέκτησε έστω και με κοινοβουλευτικά μέσα. Τη χάνει, όπως την έχασε ο Αλιέντε...». 
Το μήνυμα του «επιφανούς διανοούμενου» είναι ότι ορθώς ο στρατηγός Πινοτσέτ ανέτρεψε τον δημοκρατικά εκλεγμένο πρόεδρο της Χιλής, ορθώς δολοφόνησε μερικές χιλιάδες ανθρώπους, ορθώς έκλεισε για δυο συναπτές δεκαετίες δεκάδες χιλιάδες ανθρώπων σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Ο ίδιος «επιφανής διανοούμενος» εξοργίζεται για την «αδυναμία κατανόησης» της σοφίας του Στάθη Καλύβα (ΜΙΑ ΠΑΡΑΔΟΞΗ ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ) ο οποίος, τρεις ημέρες πριν, στις 18 Ιουνίου, μας ενημέρωνε σε ένα εμβριθές άρθρο για τη δικτατορία της 21ης Απριλίου ότι «ο ομαλός εκδημοκρατισμός ήταν ανέφικτος την εποχή εκείνη για μια σειρά λόγων και, επομένως, το πραξικόπημα ήταν αναπόφευκτο, αλλά επίσης συνιστούσε εκ των πραγμάτων τον πιο πιθανό δρόμο προς τη δημοκρατία».
Άρα δικαίως έμειναν μισοί από τα βασανιστήρια κάτι εκατοντάδες ανθρώπων, δικαίως δολοφονήθηκαν δεκάδες ανθρώπων στο Πολυτεχνείο το Νοέμβρη του 1973, δικαίως σφαγιάστηκαν κάτι χιλιάδες Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων τον Ιούλιο του 1974. Ήταν «για καλό σκοπό».
Πρώτο κοινό χαρακτηριστικό αυτών των αρθρογράφων «γνώμης», είναι η παραδοχή ότι «οι κομμουνιστές του ΣΥΡΙΖΑ έχουν επιβάλει ή, στις πιο light εκδοχές, επιθυμούν να επιβάλουν, δικτατορία». Παραδοχή που άλλωστε είναι υποχρεωτική για κάθε συντάκτη της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ, των ΝΕΩΝ, του ΒΗΜΑΤΟΣ ή του CAPITAL.GR, είτε κάνει πολιτικό ρεπορτάζ είτε γράφει για την κλήρωση του Λαϊκού Λαχείου.
Δεύτερο κοινό χαρακτηριστικό τους είναι η επιλογή κάποιων αληθών περιστατικών -τα πλήθη που συνέρρεαν στις φιέστες του Παπαδόπουλου στην περίπτωση του Καλύβα και η μετατροπή σε γιάπηδες πλήθους «σκληρών αριστερών» στη δεκαετία του 1990 στην περίπτωση του Θεοδωρόπουλου- για να ξετυλίξουν ένα εύπεπτο μυθοπλαστικό αφήγημα με αυθαίρετα ενδιάμεσα συμπεράσματα και ενιαίο τελικό συμπέρασμα: μια δικτατορία είναι απαραίτητη για το καλό της χώρας.
Μέσα από την ενορχηστρωμένη αυτή εκστρατεία ο συντηρητικός ψηφοφόρος αποδέχεται το ενδεχόμενο μιας δικτατορίας ως «φυσιολογικό», διότι «δεν υπάρχει άλλος δρόμος για να γλυτώσει από τους κομμουνιστές». 
Πρόκειται για στόχο πρωταρχικής σημασίας καθώς η ενεργός ή έστω η παθητική υποστήριξη της αυταρχικής εκτροπής από μέρους των συντηρητικών ψηφοφόρων είναι εκ των ων ουκ άνευ για την επιτυχία του εγχειρήματος. 
Η απουσία ανάλογης προετοιμασίας στοίχισε ακριβά στον Αντώνη Σαμαρά μετά το πραξικοπηματικό κλείσιμο της ΕΡΤ το 2013, καθώς αποσυσπείρωσε τους υποστηρικτές του και συσπείρωσε τους αντιπάλους του.
Όμως η εκστρατεία αυτή στοχεύει και στον αριστερό ψηφοφόρο, ο οποίος πρέπει να αποδεχτεί ως πεπρωμένο την εξωθεσμική ακροδεξιά τρομοκρατία και, φυσικά, την επιβολή μιας δικτατορίας όταν οι πολιτικές ή (και) κοινωνικές αντιστάσεις ισχυροποιούνται.
Στις παραμονές της επιβολής της δικτατορίας της 21ης Απριλίου του 1967, τόσο οι ψηφοφόροι της Ένωσης Κέντρου, όσο και αυτοί της ΕΔΑ ήταν τόσο συμφιλιωμένοι με την ιδέα της επικείμενης δικτατορίας, που ακόμα και η παραμικρή αντίσταση κατέστη ανέφικτη.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα του τι μπορεί να συμβεί όταν η κοινωνία δεν είναι συμφιλιωμένη με την ιδέα ενός πραξικοπήματος είναι τα όσα συνέβησαν στο περσινό αποτυχημένο πραξικόπημα στην Τουρκία.
Από τους 300 περίπου νεκρούς, οι 200 ήταν πολίτες που είχαν βγει για να διασκεδάσουν και οι οποίοι όταν είδαν φάντη μπαστούνι μπροστά τους τα τανκς σχημάτισαν ανθρώπινες ασπίδες για να τα εμποδίσουν (το ότι οι άνθρωποι που απέτρεψαν το πραξικόπημα είναι σήμερα τα κύρια θύματα του αυταρχικού καθεστώτος του Ερντογάν είναι άλλο θέμα, έτσι κι αλλιώς ό,τι κι αν συνέβαινε χαμένοι ήταν). 
Κι η αντίδρασή τους αυτή καθυστέρησε τις κινήσεις των πραξικοπηματιών τόσο όσο ήταν απαραίτητο για να καταρρεύσει το εγχείρημα.
Εκνευρισμένο από τις καθυστερήσεις στην υλοποίηση του σχεδιασμού του και φοβούμενο ότι μπορεί να υπάρξουν και πάλι κοινωνικές αντιστάσεις, το οικονομικό και πολιτικό κατεστημένο της χώρας αντιμετωπίζει τα λείψανα της κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας ως ενοχλητικό εμπόδιο. Και προετοιμάζει μεθοδικά την κοινωνία για την κατάλυσή της.

Γιάννης Χρυσοβέργης

*However, Mitsotakis played down the impact of Golden Dawn on Greek society, saying it was “so extreme and so vulgar” that it was marginalized. “It’s as if they don’t exist,” he said. “The violence has been almost exclusively from the left in recent years.”
Μτφ. «Εντούτοις ο Μητσοτάκης υποβαθμίζει την επιρροή της Χρυσής Αυγής στην κοινωνία λέγοντας ότι ήταν (προσέξτε τον Παρατατικό) "τόσο ακραίοι και βάναυσοι" που περιθωριοποιήθηκαν. "Είναι σαν να μην υπάρχουν", είπε. "Η βία προέρχονταν σχεδόν αποκλειστικά από την Αριστερά τα τελευταία χρόνια"».
**Αυτός άλλωστε ήταν ο στόχος της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα: να σιγήσει μια ενοχλητική φωνή η οποία είχε στη νεολαία πολλαπλάσια απήχηση από τον αποστεωμένο λόγο της Αριστεράς. ίδιος ήταν  και ο στόχος της επίθεσης στους συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ: η επιβολή της τρομοκρατίας των εφοπλιστών στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη.

Τρίτη, 23 Μαΐου 2017

ΤΟ EUROGROUP, Ο ΣΥΣΥΦΟΣ ΚΙ Η «ΒΟΜΒΑ» ΤΗΣ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑΣ


Το ότι οι δανειστές της χώρας, για πολλοστή φορά, δεν τήρησαν τις υποσχέσεις τους ασφαλώς δεν είναι είδηση.
Το ότι η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, διαπιστώνει - όπως πριν από αυτήν οι κυβερνήσεις του Γιώργου Παπανδρέου και του Αντώνη Σαμαρά - με το χειρότερο δυνατό τρόπο, ότι υπέγραψε λευκά χαρτιά, με αντάλλαγμα ούτε καν πινάκιον φακής επίσης δεν είναι είδηση.
Αν κάτι είναι είδηση είναι ότι για πρώτη φορά η βόμβα της χρεοκοπίας της Ελλάδας - το αν η έκρηξή της θα πυροδοτήσει μια αλυσιδωτή αντίδραση ή αν θα είναι τρακατρούκα μένει να αποδειχτεί - είναι στα χέρια των δανειστών, οι οποίοι, προς το παρόν, δεν ξέρουν τι να την κάνουν.

Όπως ανέμενε κάθε λογικός άνθρωπος το Eurogroup δεν κατόρθωσε να αποφασίσει για τα μεσοπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους.
Όπως είναι επόμενο, το ΔΝΤ δεν μπορεί με αυτό το δεδομένο να συμμετάσχει στο τρίτο ελληνικό πρόγραμμα διάσωσης -του ευρώ φυσικά, όχι της ελληνικής οικονομίας- ούτε ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας μπορεί να εκταμιεύσει την επόμενη δόση του δανείου, μιας και όρος απαράβατος για να συμβεί αυτό είναι η συμμετοχή του ΔΝΤ  στο πρόγραμμα.
Κατά συνέπεια, αν δεν υπάρξει κάποια ουρανοκατέβατη εξέλιξη, αισίως τον Ιούλιο η ελληνική κυβέρνηση έχει δυο δρόμους: ή να μην πληρώσει τις δόσεις της προς την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (αυτό δηλαδή που δεν τόλμησε να κάνει η κυβέρνηση Τσίπρα το καλοκαίρι του 2015) ή να μην καταβάλει μισθούς και συντάξεις (αυτό δηλαδή που η κυβέρνηση Τσίπρα φοβήθηκε και υποτάχθηκε στα κελεύσματα των δανειστών αγνοώντας προκλητικά το «ή ταν ή επί τας» του Δημοψηφίσματος) για να πληρώσει τις δόσεις στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ).
Και βεβαίως, αν δεν έρθει η πολυπόθητη ουρανοκατέβατη λύση, είναι προφανές το τι από τα δυο θα επιλέξει η κυβέρνηση, καθ' όσον είναι «υπεύθυνη» (εντάξει, μη φανταστείτε ότι ο Κυριακούλης και οι λοιποί νεοφιλελέδες της αντιπολίτευσης, οι οποίοι είναι «υπευθυνότεροι του λαϊκιστού Τσίπρα», θα έκαναν κάτι άλλο).
Όπως επίσης αναμένει κάθε κυνικός άνθρωπος - ή μήπως καλά ενημερωμένος ρεαλιστής; - είναι πολύ πιθανό στο τέλος να υπάρξει μια λύση σύμφωνα με την οποία, θα πληρωθούν οι δόσεις στην ΕΚΤ και το ΔΝΤ θα επιφυλαχθεί για να αποφασίσει περί της συμμετοχή του ή μη στο «πρόγραμμα διάσωσης» -είπαμε τίνος, μην τα ξαναλέμε- μετά την επόμενη αξιολόγηση, οπότε και θα αξιώσει νέα μέτρα λιτότητας, τα οποία η κυβέρνηση Τσίπρα επίσης θα εγκρίνει άνευ ανταλλάγματος «για να δοθεί λύση στο χρέος».
Όπως επίσης είναι προφανές, με μια τέτοια εξέλιξη τα ελληνικά ομόλογα θα περιμένουν επίσης την επόμενη αξιολόγηση για να μπουν στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ και φυσικά το «τσουνάμι των επενδύσεων» που περιμένει η κυβέρνηση από τον ουρανό δεν θα έρθει.
Είναι τέλος προφανές, με όλα αυτά τα δεδομένα, πως, όταν με το κακό, ψυχρό κι ανάποδο έρθει η επόμενη αξιολόγηση - παλιά αυτό το έλεγαν διακόρευση -  οι αναπτυξιακοί στόχοι δε θα έχουν επιτευχθεί, οι στόχοι των εσόδων θα μπάζουν, γεγονός που θα οδηγήσει και τους Ευρωπαίους δανειστές να ζητήσουν (τι πρωτότυπο!) νέα μέτρα. Απέναντι στα οποία είπαμε τι στάση θα κρατήσει η κυβέρνηση.
Δεν υπάρχει βεβαίως η παραμικρή αμφιβολία ότι το όλο σκηνικό θα έμοιαζε με κακοστημένη επιθεώρηση της δεκαετίας του 1960 αν δεν είχε να κάνει με τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων.
Όπως δεν υπάρχει η πραγματική αμφιβολία ότι οι μονότονα επαναλαμβανόμενες δηλώσεις του κατά τα λοιπά συμπαθούς - ακόμα, αλλά για πόσο; - Ευκλείδη Τσακαλώτου, που τόσο όμοιες είναι με τις αντίστοιχες του συμφοιτητή του Γιάννη Στουρνάρα, θα προκαλούσαν θυμηδία αν δεν υπήρχε ο λόγος που προαναφέραμε.
Και μιας και ο ΣΥΡΙΖΑ είχε πριν από λίγες εβδομάδες την όμορφη ιδέα να προσκαλέσει στην Ελλάδα την τ. Πρόεδρο της Αργεντινής Κριστίνα Φερνάντες, καλό θα ήταν τα στελέχη του κυβερνώντος κόμματος να έχουν υπ' όψιν τους ότι πλέον κινδυνεύουν να έχουν την τύχη του Φερνάντο ντε λα Ρούα *.
Βεβαίως ο υπογράφων αυτές τις γραμμές θα επικριθεί, όπως συνέβη και πριν από λίγες μέρες, για «ρηχή ανάλυση βρίθουσα προφητειών».
Επίσης πολλοί, καλόπιστα θα αντιτείνουν, ότι ο λαός παρακολουθεί τα τεκταινόμενα με απάθεια ή με συλλογική κατάθλιψη.
Ουδείς μπορεί να το αμφισβητήσει. Όμως ας θυμηθούμε τη ρήση του μακαρίτη του Ζαχάρωφ: «ο τυφλοπόντικας της Ιστορίας εργάζεται αθόρυβα».

Γιάννης Χρυσοβέργης

*Γερουσιαστής του Ριζοσπαστικού Κόμματος, εξελέγη στην προεδρία της Αργεντινής το 1999, ηγούμενος μιας συμμαχίας του συντηρητικού Ριζοσπαστικού Κόμματος με το Αριστερό Μέτωπο Frepaso, η οποία ευαγγελίζονταν να βάλει τέλος στον ακραίο νεοφιλελευθερισμό που είχε επιβάλει το Περονιστικό Κόμμα υπό την ηγεσία του Κάρλος Μένεμ.
Μη τολμώντας να συγκρουστεί με τους δανειστές της χώρας, συνέχισε την πολιτική που του επέβαλαν οι τελευταίοι, ώσπου, στις 21 Δεκεμβρίου του 2001, εν μέσω λαϊκής οργής διέφυγε από το προεδρικό μέγαρο με ελικόπτερο.
Στους 18 μήνες που ακολούθησαν τέσσερις πρόεδροι εξελέγησαν και παραιτήθηκαν μέχρι που ανέλαβε την προεδρία, στις 27 Απρίλίου 2003 ο Νέστορ Κίρχνερ. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά.

Τρίτη, 16 Μαΐου 2017

Η Β' ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΕΝΘΕΣΗΣ ΣΥΡΙΖΑ

Η συμφωνία της 2ας Μαΐου σηματοδοτεί το κλείσιμο της παρένθεσης ΣΥΡΙΖΑ δυο χρόνια αργότερα από ό,τι το είχε ονειρευτεί ο Σαμαράς.
Τα μέτρα που προβλέπονται υιοθετούν πλήρως τη φιλοσοφία των δυο πρώτων Μνημονίων και ενταφιάζουν οριστικά και τις τελευταίες εναπομείνασες από τις θετικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης στο πρώτο εξάμηνο του 2015.
Η μετατροπή του ΣΥΡΙΖΑ σε κόμμα του πολιτικού κατεστημένου δημιουργεί ένα επικίνδυνο πολιτικό κενό, από το οποίο - αν δεν υπάρξουν θεαματικές αλλαγές - μόνο η Άκρα Δεξιά θα επωφεληθεί.

Η συμφωνία που - πλην συνταρακτικού απροόπτου - θα επικυρωθεί από τη Βουλή την προσεχή Πέμπτη έχει μια ειδοποιό διαφορά τόσο από το τρίτο Μνημόνιο του Αυγούστου του 2015 όσο και από τα μέτρα που συνόδευσαν την πρώτη του αξιολόγηση. Σε αντίθεση με τα μέτρα που ψηφίστηκαν το Σεπτέμβριο του 2015 και το Μάιο του 2016, αυτή τη φορά οι αυξήσεις φόρων και οι μειώσεις συντάξεων πλήττουν κατά προτεραιότητα τους πολίτες με τα χαμηλότερα εισοδήματα. Αντιθέτως οι φορολογικές ελαφρύνσεις  των περιβόητων αντιμέτρων θα ωφελήσουν - εφ' όσον ποτέ εφαρμοστούν - αποκλειστικά όσους έχουν εισοδήματα άνω των 30.000 ευρώ ετησίως.
Σε ό,τι αφορά δε στα «κοινωνικού περιεχομένου αντίμετρα» η εφαρμογή τους, όπως ακριβώς και η εφαρμογή των φορολογικών ελαφρύνσεων, εξαρτάται αποκλειστικά από την καλή θέληση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, το οποίο ουδέποτε έκρυψε την αλλεργία του προς οποιαδήποτε κοινωνική πολιτική.
Η ψήφισή των μέτρων λιτότητας θα σηματοδοτήσει τον οριστικό ενταφιασμό, από πλευράς ΣΥΡΙΖΑ,  κάθε προσπάθειας προστασίας των χαμηλών εισοδημάτων, στο όνομα της περιβόητης «ελάφρυνσης του χρέους» και της «απαλλαγής από την επιτροπεία».
Πρόκειται για τα ίδια ακριβώς επιχειρήματα με τα οποία δικαιολόγησαν την ακραία αντικοινωνική τους πολιτική οι κυβερνήσεις του Γιώργου Παπανδρέου και του Αντώνη Σαμαρά.
Κι ενώ δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η ελάφρυνση του χρέους είναι - με όποιον τρόπο κι αν γίνει - είναι προϋπόθεση για να βγει η ελληνική οικονομία από το φαύλο κύκλο της ύφεσης και της φτωχοποίησης, είναι προφανές ότι συνιστά το τελευταίο πράγμα που επιθυμούν οι πιστωτές.
Στην ίδια λογική, οι κυβερνητικές προβλέψεις για ανάπτυξη στα προσεχή χρόνια, βασίζονται αποκλειστικά και μόνο σε προσδοκίες υψηλών ιδιωτικών επενδύσεων, όπως ακριβώς και στην περίοδο των κυβερνήσεων του Γιώργου Παπανδρέου και του Αντώνη Σαμαρά. 
Οι οποίες φυσικά ουδέποτε ήρθαν, γιατί ουδείς επενδυτής επενδύει σε μια χρεοκοπημένη χώρα εκτός κι αν έχει εξασφαλίσει πλήρη εργοδοτική, φορολογική και περιβαλλοντική ασυδοσία, πράγμα αδύνατο σε συνθήκες κοινοβουλευτισμού.
Στους 20 μήνες που έχουν περάσει από την υπογραφή του τρίτου Μνημονίου μέχρι σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ έχει μεταλλαχθεί, με σταθερά βήματα, σε ένα ακόμα κόμμα του πολιτικού κατεστημένου.
Το αν θα γίνει και πάλι ένα κόμμα του 3%, όπως ονειρεύονται οι ηγετικές ομάδες του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ ή αν θα κρατήσει αρκετή εκλογική επιρροή για να γίνει υποχρεωτικός κυβερνητικός εταίρος στις κυβερνήσεις των εκλεκτών των Βρυξελλών μικρή σημασία έχει.
Δεν είναι τυχαίο που πλέον τα στελέχη του δε βλέπουν τους άστεγους, οι οποίοι δεν έχουν μειωθεί στα τελευταία δυο χρόνια, μιας και δεν κυκλοφορούν πλέον στους δρόμους.
Και φυσικά τα στελέχη του θα ακολουθήσουν προσωπικές πορείες ανάλογες με αυτές που ακολούθησαν τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ, από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 και μετά.
Κάποιοι(ες) θα αρχίσουν να κάνουν «δωράκια» στους εαυτούς τους, σε βάρος των προϋπολογισμών των οργανισμών των οποίων θα προΐστανται.
Επίσης θα αρχίσουν να συχνάζουν σε κοσμικές εκδηλώσεις επιφανών εκπροσώπων της ολιγαρχίας με αντάλλαγμα τις ανάλογες χαριστικές συμβάσεις.
Κάποιοι(ες) άλλοι(ες) θα συνεχίσουν να προσπαθούν έντιμα να παραγάγουν κοινωνικό έργο σε ασφυκτικό πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο, όπως συνέβαινε και στο ΠΑΣΟΚ μέχρι που έπεσε στα νύχια του Βαγγέλη Βενιζέλου.
Είναι προφανές ότι αυτοί οι δεύτεροι θα βαίνουν σταθερά μειούμενοι, καθώς οι περισσότεροι θα οδηγηθούν , αργά ή γρήγορα, απογοητευμένοι στην ιδιώτευση.
Είναι επίσης προφανές ότι η εξέλιξη αυτή θα βαθύνει με γοργούς ρυθμούς η έντονη κρίση αξιοπιστίας των κοινοβουλευτικών θεσμών, μια κρίση την οποία τα κόμματα της αντιπολίτευσης αδυνατούν να κατανοήσουν βυθισμένα στον αυτάρεσκο και αλαζονικό μικρόκοσμό τους.
Είναι τέλος προφανές ότι οι απελπισμένοι πολίτες θα αρχίσουν να αναζητούν, ολοένα περισσότερο, καταφύγιο σε αυταρχικές λύσεις. 
Το μόνο άγνωστο μέχρι στιγμής  είναι αν η αυταρχική λύση θα πάρει τη μορφή μιας στρατιωτικής δικτατορίας παλαιάς κοπής ή τη μορφή της ανόδου στην εξουσία ενός βαθιά αντιδημοκρατικού κόμματος.
Προς το παρόν η ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ καραδοκεί. Κι αισθάνεται αρκετά ασφαλής ώστε να ξαναβγάζει στους δρόμους τα τάγματα εφόδου της ή να προπηλακίζει άλλους βουλευτές μέσα στην αίθουσα συνεδριάσεων της Βουλής.

Γιάννης Χρυσοβέργης




Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2017

ΑΡΑΓΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΤΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΓΙΑ ΛΥΣΗ ΣΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ;

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η διάσκεψη της Γενεύης οφείλεται σε δυο παράγοντες: στην πολιτική βούληση των Νίκου Αναστασιάδη και Μουσταφά Ακιντζί για μια βιώσιμη λύση στο Κυπριακό, χάριν της οποίας αποφάσισαν να διακυβεύσουν το πολιτικό τους κύρος, και στην ισχυρή υποστήριξη που τους παρέσχε η κυβέρνηση Ομπάμα.
Με τη Ρωσία και την Τουρκία αποφασισμένες να σαμποτάρουν με κάθε μέσο τις διαπραγματεύσεις, με τη νέα αμερικανική κυβέρνηση να είναι σε αναζήτηση στρατηγικής και ρόλου για τις ΗΠΑ και μια ισχυρή τάση στην Ευρωπαϊκή Ένωση «να ξανασκέφτεται» την υποστήριξή της στο εγχείρημα οι δυο ηγέτες κινδυνεύουν να  περάσουν στην Ιστορία ως τραγικές φιγούρες «αθεράπευτα ρομαντικές».


Σε ένα άρθρο μου πριν τρία χρόνια, όταν ο Νίκος Αναστασιάδης προσπαθούσε με τον προκάτοχο του Μουσταφά Ακιντζί  Ντερβίς Έρογλου να ξαναπιάσει το νήμα των διακοινωτικών συνομιλιών εκεί που είχε κοπεί, στην απόρριψη από τους Ελληνοκύπριους του Σχεδίου Ανάν, επισήμαινα ότι οι συνομιλίες ξεκινούσαν με πολύ δυσμενέστερους για την Ελληνοκυπριακή πλευρά και την Ελλάδα όρους (ΚΥΠΡΙΑΚΟ: ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ ΧΑΜΗΛΩΝ ΠΡΟΣΔΟΚΙΩΝ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΟΚΥΠΡΙΟΥΣ ).
Στα τρία αυτά χρόνια η προσπάθεια του Ελληνοκύπριου Προέδρου Νίκου Αναστασιάδη ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Στο κατεχόμενο βόρειο τμήμα του νησιού δημιουργήθηκε μια δυναμική που έφερε στην ηγεσία των Τουρκοκυπρίων το Μουσταφά Ακιντζί που κέρδισε τις εκλογές με σύνθημα μια βιώσιμη λύση στο Κυπριακό.
Αν συγκριθεί το υπό επεξεργασία σχέδιο λύσης με το απορριφθέν από τους Ελληνοκύπριους Σχέδιο Ανάν, διαπιστώνει κανείς ότι σε κάποια σημεία (επιστροφή προσφύγων) είναι θετικότερο ενώ σε άλλα (αποχώρηση των στρατευμάτων κατοχής) υπάρχει σαφής οπισθοδρόμηση.
Σε κάθε περίπτωση - και με την προϋπόθεση ότι θα υπάρξει συμφωνία μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων κι ότι αυτή θα επικυρωθεί και από την πολυμερή διάσκεψη - όπως και στην περίπτωση του Σχεδίου Ανάν η βιωσιμότητα της λύσης θα εξαρτηθεί από την πολιτική βούληση των δυο κοινοτήτων να επενδύσουν σε αυτήν, να βάλουν σε δεύτερη μοίρα το πρώτο συνθετικό της ταυτότητάς τους και να επιμείνουν στο δεύτερο: στην κυπριακή τους ταυτότητα.
Όμως ο δρόμος μέχρι τη συμφωνία μόνο με ροδοπέταλα δεν είναι στρωμένος.
 Η Ρωσία βλέπει σε αυτό το σχέδιο τη μετατροπή της Κύπρου σε ένα σταθερό αεροπλανοφόρο του ΝΑΤΟ. Για το λόγο αυτό θα χρησιμοποιήσει όλη της την επιρροή - η Κυπριακή Δημοκρατία είναι εδώ και 25 χρόνια το πλυντήριο του μαύρου χρήματος των Ρώσων ολιγαρχών - για να σαμποτάρει τη συμφωνία κι αν δεν το καταφέρει για να καταψηφιστεί το όποιο κείμενο συμφωνίας από τους Ελληνοκύπριους. Η εμπειρία από την τύχη του Σχεδίου Ανάν δείχνει ότι μπορεί να τα καταφέρει.
Στην Τουρκία ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είχε υποστηρίξει το Σχέδιο Ανάν με όλες του τις δυνάμεις. Τότε όμως αγωνίζονταν να απελευθερώσει την τουρκική πολιτική ζωή από την επικυριαρχία του Στρατού, τώρα επιδιώκει να την ποδηγετήσει ο ίδιος πλήρως. Επιπλέον σε μια περίοδο που συσσωρεύει αποτυχίες σε όλα τα μέτωπα, όλα δείχνουν πως φλερτάρει με την ιδέα της προσάρτησης του κατεχόμενου βόρειου τμήματος του νησιού. Και για να ελπίζει σε αυτό η αποτυχία των συνομιλιών είναι μονόδρομος.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν βασικός υποστηρικτής του Σχεδίου Ανάν. Σήμερα παρακολουθεί απρόθυμα τις εξελίξεις, με το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα (ΕΛΚ) να κάνει δεύτερες σκέψεις και να εκτιμά ότι λύση στο Κυπριακό βάζει την Τουρκία στην ΕΕ από την πίσω πόρτα. Ανεξαρτήτως του πόσο βάσιμη είναι μια τέτοια εκτίμηση, οι φοβίες του ΕΛΚ είναι επαρκείς για να άρουν την ουσιαστική συμβολή της ΕΕ στην επιτυχία των συνομιλιών. Υπό αυτές τις συνθήκες η όποια συμμετοχή της ΕΕ στις συνομιλίες μόνο συμβολική - αν όχι διακοσμητική - θα είναι.
Ανάλογη με της ΕΕ αναμένεται να είναι και η στάση της Μεγάλης Βρετανίας, η οποία, αφ' ενός δεν έχει τίποτα να κερδίσει από την τυχόν βιώσιμη λύση του Κυπριακού, αφ' ετέρου είναι πλέον πολύ περισσότερο απασχολημένη με τη διαμόρφωση των ισορροπιών της με την ΕΕ για να ασχοληθεί σοβαρά με άλλα θέματα.
Στις ΗΠΑ η υπό συγκρότηση κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ  αναζητεί στρατηγική εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής. Επίσης διαπνέεται εχθρότητα προς τη γραφειοκρατία του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, η οποία και παίζει τον κυρίαρχο ρόλο στη διαμόρφωση της εκάστοτε Αμερικανικής πολιτικής - δύσπιστος έναντι της γραφειοκρατίας ήταν και ο Μπάρακ Ομπάμα, γι' αυτό κι οι στρατηγικές αποφάσεις λαμβάνονταν προσωπικά από αυτόν -, πράγμα που σημαίνει ότι θα περάσει αρκετός χρόνος έως ότου υπάρξει μια συνεκτική αμερικανική πολιτική. Πράγμα που σημαίνει ότι η μέχρι σήμερα πολιτική στήριξη των ΗΠΑ στις συνομιλίες θα διακοπεί στο πιο κρίσιμο σημείο.
Θα ήταν αφελές βεβαίως να ισχυριστεί κανείς ότι η ελληνική κυβέρνηση επιθυμεί διακαώς μια λύση του Κυπριακού. Σε μια εποχή όπου το κύρος της στην ελληνική κοινωνία έχει μηδενιστεί εξ αιτίας των απανωτών της ξεβρακωμάτων στους δανειστές της χώρας της είναι αδύνατο να αποδεχτεί μια λύση η οποία συγκρούεται με όλα ανεξαιρέτως τα στερεότυπα με τα οποία έχει γαλουχηθεί η ελληνική κοινωνία σε σχέση με το Κυπριακό (παραμονή των δυνάμεων κατοχής με νατοϊκό μανδύα, εκ περιτροπής Προεδρία, διατήρηση του καθεστώτος των εγγυητριών δυνάμεων).
Με τους πάντες εναντίον τους οι Νίκος Αναστασιάδης  και Μουσταφά Ακιντζί δίνουν ο καθένας έναν άνισο αγώνα στην κοινότητά του για την πείσει να μπει σε μια περιπέτεια (επανένωση της Κύπρου), όπου τίποτα δεν θα είναι εγγυημένο εκ προοιμίου κι όλα θα εξαρτώνται από τη βούληση της κάθε κοινότητας να σεβαστεί τους φόβους της άλλης για να χτίσουν έτσι τον αμοιβαίο σεβασμό, που με τη σειρά του θα γίνει το θεμέλιο μιας Κυπριακής ταυτότητας.
Στην πραγματικότητα καλούνται να πετύχουν το ακατόρθωτο ή να περάσουν στην Ιστορία ως δυο ρομαντικές μεν τραγικές δε φιγούρες, που προσπάθησαν να υπερβούν τις αγκυλώσεις του ελληνικού και του τουρκικού εθνικισμού.

Γιάννης Χρυσοβέργης