Τρίτη, 23 Μαΐου 2017

ΤΟ EUROGROUP, Ο ΣΥΣΥΦΟΣ ΚΙ Η «ΒΟΜΒΑ» ΤΗΣ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑΣ


Το ότι οι δανειστές της χώρας, για πολλοστή φορά, δεν τήρησαν τις υποσχέσεις τους ασφαλώς δεν είναι είδηση.
Το ότι η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, διαπιστώνει - όπως πριν από αυτήν οι κυβερνήσεις του Γιώργου Παπανδρέου και του Αντώνη Σαμαρά - με το χειρότερο δυνατό τρόπο, ότι υπέγραψε λευκά χαρτιά, με αντάλλαγμα ούτε καν πινάκιον φακής επίσης δεν είναι είδηση.
Αν κάτι είναι είδηση είναι ότι για πρώτη φορά η βόμβα της χρεοκοπίας της Ελλάδας - το αν η έκρηξή της θα πυροδοτήσει μια αλυσιδωτή αντίδραση ή αν θα είναι τρακατρούκα μένει να αποδειχτεί - είναι στα χέρια των δανειστών, οι οποίοι, προς το παρόν, δεν ξέρουν τι να την κάνουν.

Όπως ανέμενε κάθε λογικός άνθρωπος το Eurogroup δεν κατόρθωσε να αποφασίσει για τα μεσοπρόθεσμα μέτρα ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους.
Όπως είναι επόμενο, το ΔΝΤ δεν μπορεί με αυτό το δεδομένο να συμμετάσχει στο τρίτο ελληνικό πρόγραμμα διάσωσης -του ευρώ φυσικά, όχι της ελληνικής οικονομίας- ούτε ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας μπορεί να εκταμιεύσει την επόμενη δόση του δανείου, μιας και όρος απαράβατος για να συμβεί αυτό είναι η συμμετοχή του ΔΝΤ  στο πρόγραμμα.
Κατά συνέπεια, αν δεν υπάρξει κάποια ουρανοκατέβατη εξέλιξη, αισίως τον Ιούλιο η ελληνική κυβέρνηση έχει δυο δρόμους: ή να μην πληρώσει τις δόσεις της προς την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (αυτό δηλαδή που δεν τόλμησε να κάνει η κυβέρνηση Τσίπρα το καλοκαίρι του 2015) ή να μην καταβάλει μισθούς και συντάξεις (αυτό δηλαδή που η κυβέρνηση Τσίπρα φοβήθηκε και υποτάχθηκε στα κελεύσματα των δανειστών αγνοώντας προκλητικά το «ή ταν ή επί τας» του Δημοψηφίσματος) για να πληρώσει τις δόσεις στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ).
Και βεβαίως, αν δεν έρθει η πολυπόθητη ουρανοκατέβατη λύση, είναι προφανές το τι από τα δυο θα επιλέξει η κυβέρνηση, καθ' όσον είναι «υπεύθυνη» (εντάξει, μη φανταστείτε ότι ο Κυριακούλης και οι λοιποί νεοφιλελέδες της αντιπολίτευσης, οι οποίοι είναι «υπευθυνότεροι του λαϊκιστού Τσίπρα», θα έκαναν κάτι άλλο).
Όπως επίσης αναμένει κάθε κυνικός άνθρωπος - ή μήπως καλά ενημερωμένος ρεαλιστής; - είναι πολύ πιθανό στο τέλος να υπάρξει μια λύση σύμφωνα με την οποία, θα πληρωθούν οι δόσεις στην ΕΚΤ και το ΔΝΤ θα επιφυλαχθεί για να αποφασίσει περί της συμμετοχή του ή μη στο «πρόγραμμα διάσωσης» -είπαμε τίνος, μην τα ξαναλέμε- μετά την επόμενη αξιολόγηση, οπότε και θα αξιώσει νέα μέτρα λιτότητας, τα οποία η κυβέρνηση Τσίπρα επίσης θα εγκρίνει άνευ ανταλλάγματος «για να δοθεί λύση στο χρέος».
Όπως επίσης είναι προφανές, με μια τέτοια εξέλιξη τα ελληνικά ομόλογα θα περιμένουν επίσης την επόμενη αξιολόγηση για να μπουν στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ και φυσικά το «τσουνάμι των επενδύσεων» που περιμένει η κυβέρνηση από τον ουρανό δεν θα έρθει.
Είναι τέλος προφανές, με όλα αυτά τα δεδομένα, πως, όταν με το κακό, ψυχρό κι ανάποδο έρθει η επόμενη αξιολόγηση - παλιά αυτό το έλεγαν διακόρευση -  οι αναπτυξιακοί στόχοι δε θα έχουν επιτευχθεί, οι στόχοι των εσόδων θα μπάζουν, γεγονός που θα οδηγήσει και τους Ευρωπαίους δανειστές να ζητήσουν (τι πρωτότυπο!) νέα μέτρα. Απέναντι στα οποία είπαμε τι στάση θα κρατήσει η κυβέρνηση.
Δεν υπάρχει βεβαίως η παραμικρή αμφιβολία ότι το όλο σκηνικό θα έμοιαζε με κακοστημένη επιθεώρηση της δεκαετίας του 1960 αν δεν είχε να κάνει με τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων.
Όπως δεν υπάρχει η πραγματική αμφιβολία ότι οι μονότονα επαναλαμβανόμενες δηλώσεις του κατά τα λοιπά συμπαθούς - ακόμα, αλλά για πόσο; - Ευκλείδη Τσακαλώτου, που τόσο όμοιες είναι με τις αντίστοιχες του συμφοιτητή του Γιάννη Στουρνάρα, θα προκαλούσαν θυμηδία αν δεν υπήρχε ο λόγος που προαναφέραμε.
Και μιας και ο ΣΥΡΙΖΑ είχε πριν από λίγες εβδομάδες την όμορφη ιδέα να προσκαλέσει στην Ελλάδα την τ. Πρόεδρο της Αργεντινής Κριστίνα Φερνάντες, καλό θα ήταν τα στελέχη του κυβερνώντος κόμματος να έχουν υπ' όψιν τους ότι πλέον κινδυνεύουν να έχουν την τύχη του Φερνάντο ντε λα Ρούα *.
Βεβαίως ο υπογράφων αυτές τις γραμμές θα επικριθεί, όπως συνέβη και πριν από λίγες μέρες, για «ρηχή ανάλυση βρίθουσα προφητειών».
Επίσης πολλοί, καλόπιστα θα αντιτείνουν, ότι ο λαός παρακολουθεί τα τεκταινόμενα με απάθεια ή με συλλογική κατάθλιψη.
Ουδείς μπορεί να το αμφισβητήσει. Όμως ας θυμηθούμε τη ρήση του μακαρίτη του Ζαχάρωφ: «ο τυφλοπόντικας της Ιστορίας εργάζεται αθόρυβα».

Γιάννης Χρυσοβέργης

*Γερουσιαστής του Ριζοσπαστικού Κόμματος, εξελέγη στην προεδρία της Αργεντινής το 1999, ηγούμενος μιας συμμαχίας του συντηρητικού Ριζοσπαστικού Κόμματος με το Αριστερό Μέτωπο Frepaso, η οποία ευαγγελίζονταν να βάλει τέλος στον ακραίο νεοφιλελευθερισμό που είχε επιβάλει το Περονιστικό Κόμμα υπό την ηγεσία του Κάρλος Μένεμ.
Μη τολμώντας να συγκρουστεί με τους δανειστές της χώρας, συνέχισε την πολιτική που του επέβαλαν οι τελευταίοι, ώσπου, στις 21 Δεκεμβρίου του 2001, εν μέσω λαϊκής οργής διέφυγε από το προεδρικό μέγαρο με ελικόπτερο.
Στους 18 μήνες που ακολούθησαν τέσσερις πρόεδροι εξελέγησαν και παραιτήθηκαν μέχρι που ανέλαβε την προεδρία, στις 27 Απρίλίου 2003 ο Νέστορ Κίρχνερ. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά.

Τρίτη, 16 Μαΐου 2017

Η Β' ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΕΝΘΕΣΗΣ ΣΥΡΙΖΑ

Η συμφωνία της 2ας Μαΐου σηματοδοτεί το κλείσιμο της παρένθεσης ΣΥΡΙΖΑ δυο χρόνια αργότερα από ό,τι το είχε ονειρευτεί ο Σαμαράς.
Τα μέτρα που προβλέπονται υιοθετούν πλήρως τη φιλοσοφία των δυο πρώτων Μνημονίων και ενταφιάζουν οριστικά και τις τελευταίες εναπομείνασες από τις θετικές πρωτοβουλίες της κυβέρνησης στο πρώτο εξάμηνο του 2015.
Η μετατροπή του ΣΥΡΙΖΑ σε κόμμα του πολιτικού κατεστημένου δημιουργεί ένα επικίνδυνο πολιτικό κενό, από το οποίο - αν δεν υπάρξουν θεαματικές αλλαγές - μόνο η Άκρα Δεξιά θα επωφεληθεί.

Η συμφωνία που - πλην συνταρακτικού απροόπτου - θα επικυρωθεί από τη Βουλή την προσεχή Πέμπτη έχει μια ειδοποιό διαφορά τόσο από το τρίτο Μνημόνιο του Αυγούστου του 2015 όσο και από τα μέτρα που συνόδευσαν την πρώτη του αξιολόγηση. Σε αντίθεση με τα μέτρα που ψηφίστηκαν το Σεπτέμβριο του 2015 και το Μάιο του 2016, αυτή τη φορά οι αυξήσεις φόρων και οι μειώσεις συντάξεων πλήττουν κατά προτεραιότητα τους πολίτες με τα χαμηλότερα εισοδήματα. Αντιθέτως οι φορολογικές ελαφρύνσεις  των περιβόητων αντιμέτρων θα ωφελήσουν - εφ' όσον ποτέ εφαρμοστούν - αποκλειστικά όσους έχουν εισοδήματα άνω των 30.000 ευρώ ετησίως.
Σε ό,τι αφορά δε στα «κοινωνικού περιεχομένου αντίμετρα» η εφαρμογή τους, όπως ακριβώς και η εφαρμογή των φορολογικών ελαφρύνσεων, εξαρτάται αποκλειστικά από την καλή θέληση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, το οποίο ουδέποτε έκρυψε την αλλεργία του προς οποιαδήποτε κοινωνική πολιτική.
Η ψήφισή των μέτρων λιτότητας θα σηματοδοτήσει τον οριστικό ενταφιασμό, από πλευράς ΣΥΡΙΖΑ,  κάθε προσπάθειας προστασίας των χαμηλών εισοδημάτων, στο όνομα της περιβόητης «ελάφρυνσης του χρέους» και της «απαλλαγής από την επιτροπεία».
Πρόκειται για τα ίδια ακριβώς επιχειρήματα με τα οποία δικαιολόγησαν την ακραία αντικοινωνική τους πολιτική οι κυβερνήσεις του Γιώργου Παπανδρέου και του Αντώνη Σαμαρά.
Κι ενώ δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η ελάφρυνση του χρέους είναι - με όποιον τρόπο κι αν γίνει - είναι προϋπόθεση για να βγει η ελληνική οικονομία από το φαύλο κύκλο της ύφεσης και της φτωχοποίησης, είναι προφανές ότι συνιστά το τελευταίο πράγμα που επιθυμούν οι πιστωτές.
Στην ίδια λογική, οι κυβερνητικές προβλέψεις για ανάπτυξη στα προσεχή χρόνια, βασίζονται αποκλειστικά και μόνο σε προσδοκίες υψηλών ιδιωτικών επενδύσεων, όπως ακριβώς και στην περίοδο των κυβερνήσεων του Γιώργου Παπανδρέου και του Αντώνη Σαμαρά. 
Οι οποίες φυσικά ουδέποτε ήρθαν, γιατί ουδείς επενδυτής επενδύει σε μια χρεοκοπημένη χώρα εκτός κι αν έχει εξασφαλίσει πλήρη εργοδοτική, φορολογική και περιβαλλοντική ασυδοσία, πράγμα αδύνατο σε συνθήκες κοινοβουλευτισμού.
Στους 20 μήνες που έχουν περάσει από την υπογραφή του τρίτου Μνημονίου μέχρι σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ έχει μεταλλαχθεί, με σταθερά βήματα, σε ένα ακόμα κόμμα του πολιτικού κατεστημένου.
Το αν θα γίνει και πάλι ένα κόμμα του 3%, όπως ονειρεύονται οι ηγετικές ομάδες του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ ή αν θα κρατήσει αρκετή εκλογική επιρροή για να γίνει υποχρεωτικός κυβερνητικός εταίρος στις κυβερνήσεις των εκλεκτών των Βρυξελλών μικρή σημασία έχει.
Δεν είναι τυχαίο που πλέον τα στελέχη του δε βλέπουν τους άστεγους, οι οποίοι δεν έχουν μειωθεί στα τελευταία δυο χρόνια, μιας και δεν κυκλοφορούν πλέον στους δρόμους.
Και φυσικά τα στελέχη του θα ακολουθήσουν προσωπικές πορείες ανάλογες με αυτές που ακολούθησαν τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ, από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 και μετά.
Κάποιοι(ες) θα αρχίσουν να κάνουν «δωράκια» στους εαυτούς τους, σε βάρος των προϋπολογισμών των οργανισμών των οποίων θα προΐστανται.
Επίσης θα αρχίσουν να συχνάζουν σε κοσμικές εκδηλώσεις επιφανών εκπροσώπων της ολιγαρχίας με αντάλλαγμα τις ανάλογες χαριστικές συμβάσεις.
Κάποιοι(ες) άλλοι(ες) θα συνεχίσουν να προσπαθούν έντιμα να παραγάγουν κοινωνικό έργο σε ασφυκτικό πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο, όπως συνέβαινε και στο ΠΑΣΟΚ μέχρι που έπεσε στα νύχια του Βαγγέλη Βενιζέλου.
Είναι προφανές ότι αυτοί οι δεύτεροι θα βαίνουν σταθερά μειούμενοι, καθώς οι περισσότεροι θα οδηγηθούν , αργά ή γρήγορα, απογοητευμένοι στην ιδιώτευση.
Είναι επίσης προφανές ότι η εξέλιξη αυτή θα βαθύνει με γοργούς ρυθμούς η έντονη κρίση αξιοπιστίας των κοινοβουλευτικών θεσμών, μια κρίση την οποία τα κόμματα της αντιπολίτευσης αδυνατούν να κατανοήσουν βυθισμένα στον αυτάρεσκο και αλαζονικό μικρόκοσμό τους.
Είναι τέλος προφανές ότι οι απελπισμένοι πολίτες θα αρχίσουν να αναζητούν, ολοένα περισσότερο, καταφύγιο σε αυταρχικές λύσεις. 
Το μόνο άγνωστο μέχρι στιγμής  είναι αν η αυταρχική λύση θα πάρει τη μορφή μιας στρατιωτικής δικτατορίας παλαιάς κοπής ή τη μορφή της ανόδου στην εξουσία ενός βαθιά αντιδημοκρατικού κόμματος.
Προς το παρόν η ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ καραδοκεί. Κι αισθάνεται αρκετά ασφαλής ώστε να ξαναβγάζει στους δρόμους τα τάγματα εφόδου της ή να προπηλακίζει άλλους βουλευτές μέσα στην αίθουσα συνεδριάσεων της Βουλής.

Γιάννης Χρυσοβέργης




Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2017

ΑΡΑΓΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΤΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΓΙΑ ΛΥΣΗ ΣΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ;

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η διάσκεψη της Γενεύης οφείλεται σε δυο παράγοντες: στην πολιτική βούληση των Νίκου Αναστασιάδη και Μουσταφά Ακιντζί για μια βιώσιμη λύση στο Κυπριακό, χάριν της οποίας αποφάσισαν να διακυβεύσουν το πολιτικό τους κύρος, και στην ισχυρή υποστήριξη που τους παρέσχε η κυβέρνηση Ομπάμα.
Με τη Ρωσία και την Τουρκία αποφασισμένες να σαμποτάρουν με κάθε μέσο τις διαπραγματεύσεις, με τη νέα αμερικανική κυβέρνηση να είναι σε αναζήτηση στρατηγικής και ρόλου για τις ΗΠΑ και μια ισχυρή τάση στην Ευρωπαϊκή Ένωση «να ξανασκέφτεται» την υποστήριξή της στο εγχείρημα οι δυο ηγέτες κινδυνεύουν να  περάσουν στην Ιστορία ως τραγικές φιγούρες «αθεράπευτα ρομαντικές».


Σε ένα άρθρο μου πριν τρία χρόνια, όταν ο Νίκος Αναστασιάδης προσπαθούσε με τον προκάτοχο του Μουσταφά Ακιντζί  Ντερβίς Έρογλου να ξαναπιάσει το νήμα των διακοινωτικών συνομιλιών εκεί που είχε κοπεί, στην απόρριψη από τους Ελληνοκύπριους του Σχεδίου Ανάν, επισήμαινα ότι οι συνομιλίες ξεκινούσαν με πολύ δυσμενέστερους για την Ελληνοκυπριακή πλευρά και την Ελλάδα όρους (ΚΥΠΡΙΑΚΟ: ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ ΧΑΜΗΛΩΝ ΠΡΟΣΔΟΚΙΩΝ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΟΚΥΠΡΙΟΥΣ ).
Στα τρία αυτά χρόνια η προσπάθεια του Ελληνοκύπριου Προέδρου Νίκου Αναστασιάδη ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Στο κατεχόμενο βόρειο τμήμα του νησιού δημιουργήθηκε μια δυναμική που έφερε στην ηγεσία των Τουρκοκυπρίων το Μουσταφά Ακιντζί που κέρδισε τις εκλογές με σύνθημα μια βιώσιμη λύση στο Κυπριακό.
Αν συγκριθεί το υπό επεξεργασία σχέδιο λύσης με το απορριφθέν από τους Ελληνοκύπριους Σχέδιο Ανάν, διαπιστώνει κανείς ότι σε κάποια σημεία (επιστροφή προσφύγων) είναι θετικότερο ενώ σε άλλα (αποχώρηση των στρατευμάτων κατοχής) υπάρχει σαφής οπισθοδρόμηση.
Σε κάθε περίπτωση - και με την προϋπόθεση ότι θα υπάρξει συμφωνία μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων κι ότι αυτή θα επικυρωθεί και από την πολυμερή διάσκεψη - όπως και στην περίπτωση του Σχεδίου Ανάν η βιωσιμότητα της λύσης θα εξαρτηθεί από την πολιτική βούληση των δυο κοινοτήτων να επενδύσουν σε αυτήν, να βάλουν σε δεύτερη μοίρα το πρώτο συνθετικό της ταυτότητάς τους και να επιμείνουν στο δεύτερο: στην κυπριακή τους ταυτότητα.
Όμως ο δρόμος μέχρι τη συμφωνία μόνο με ροδοπέταλα δεν είναι στρωμένος.
 Η Ρωσία βλέπει σε αυτό το σχέδιο τη μετατροπή της Κύπρου σε ένα σταθερό αεροπλανοφόρο του ΝΑΤΟ. Για το λόγο αυτό θα χρησιμοποιήσει όλη της την επιρροή - η Κυπριακή Δημοκρατία είναι εδώ και 25 χρόνια το πλυντήριο του μαύρου χρήματος των Ρώσων ολιγαρχών - για να σαμποτάρει τη συμφωνία κι αν δεν το καταφέρει για να καταψηφιστεί το όποιο κείμενο συμφωνίας από τους Ελληνοκύπριους. Η εμπειρία από την τύχη του Σχεδίου Ανάν δείχνει ότι μπορεί να τα καταφέρει.
Στην Τουρκία ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είχε υποστηρίξει το Σχέδιο Ανάν με όλες του τις δυνάμεις. Τότε όμως αγωνίζονταν να απελευθερώσει την τουρκική πολιτική ζωή από την επικυριαρχία του Στρατού, τώρα επιδιώκει να την ποδηγετήσει ο ίδιος πλήρως. Επιπλέον σε μια περίοδο που συσσωρεύει αποτυχίες σε όλα τα μέτωπα, όλα δείχνουν πως φλερτάρει με την ιδέα της προσάρτησης του κατεχόμενου βόρειου τμήματος του νησιού. Και για να ελπίζει σε αυτό η αποτυχία των συνομιλιών είναι μονόδρομος.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν βασικός υποστηρικτής του Σχεδίου Ανάν. Σήμερα παρακολουθεί απρόθυμα τις εξελίξεις, με το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα (ΕΛΚ) να κάνει δεύτερες σκέψεις και να εκτιμά ότι λύση στο Κυπριακό βάζει την Τουρκία στην ΕΕ από την πίσω πόρτα. Ανεξαρτήτως του πόσο βάσιμη είναι μια τέτοια εκτίμηση, οι φοβίες του ΕΛΚ είναι επαρκείς για να άρουν την ουσιαστική συμβολή της ΕΕ στην επιτυχία των συνομιλιών. Υπό αυτές τις συνθήκες η όποια συμμετοχή της ΕΕ στις συνομιλίες μόνο συμβολική - αν όχι διακοσμητική - θα είναι.
Ανάλογη με της ΕΕ αναμένεται να είναι και η στάση της Μεγάλης Βρετανίας, η οποία, αφ' ενός δεν έχει τίποτα να κερδίσει από την τυχόν βιώσιμη λύση του Κυπριακού, αφ' ετέρου είναι πλέον πολύ περισσότερο απασχολημένη με τη διαμόρφωση των ισορροπιών της με την ΕΕ για να ασχοληθεί σοβαρά με άλλα θέματα.
Στις ΗΠΑ η υπό συγκρότηση κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ  αναζητεί στρατηγική εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής. Επίσης διαπνέεται εχθρότητα προς τη γραφειοκρατία του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, η οποία και παίζει τον κυρίαρχο ρόλο στη διαμόρφωση της εκάστοτε Αμερικανικής πολιτικής - δύσπιστος έναντι της γραφειοκρατίας ήταν και ο Μπάρακ Ομπάμα, γι' αυτό κι οι στρατηγικές αποφάσεις λαμβάνονταν προσωπικά από αυτόν -, πράγμα που σημαίνει ότι θα περάσει αρκετός χρόνος έως ότου υπάρξει μια συνεκτική αμερικανική πολιτική. Πράγμα που σημαίνει ότι η μέχρι σήμερα πολιτική στήριξη των ΗΠΑ στις συνομιλίες θα διακοπεί στο πιο κρίσιμο σημείο.
Θα ήταν αφελές βεβαίως να ισχυριστεί κανείς ότι η ελληνική κυβέρνηση επιθυμεί διακαώς μια λύση του Κυπριακού. Σε μια εποχή όπου το κύρος της στην ελληνική κοινωνία έχει μηδενιστεί εξ αιτίας των απανωτών της ξεβρακωμάτων στους δανειστές της χώρας της είναι αδύνατο να αποδεχτεί μια λύση η οποία συγκρούεται με όλα ανεξαιρέτως τα στερεότυπα με τα οποία έχει γαλουχηθεί η ελληνική κοινωνία σε σχέση με το Κυπριακό (παραμονή των δυνάμεων κατοχής με νατοϊκό μανδύα, εκ περιτροπής Προεδρία, διατήρηση του καθεστώτος των εγγυητριών δυνάμεων).
Με τους πάντες εναντίον τους οι Νίκος Αναστασιάδης  και Μουσταφά Ακιντζί δίνουν ο καθένας έναν άνισο αγώνα στην κοινότητά του για την πείσει να μπει σε μια περιπέτεια (επανένωση της Κύπρου), όπου τίποτα δεν θα είναι εγγυημένο εκ προοιμίου κι όλα θα εξαρτώνται από τη βούληση της κάθε κοινότητας να σεβαστεί τους φόβους της άλλης για να χτίσουν έτσι τον αμοιβαίο σεβασμό, που με τη σειρά του θα γίνει το θεμέλιο μιας Κυπριακής ταυτότητας.
Στην πραγματικότητα καλούνται να πετύχουν το ακατόρθωτο ή να περάσουν στην Ιστορία ως δυο ρομαντικές μεν τραγικές δε φιγούρες, που προσπάθησαν να υπερβούν τις αγκυλώσεις του ελληνικού και του τουρκικού εθνικισμού.

Γιάννης Χρυσοβέργης