Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2012

Φλεγόμενη γαλάζια μηχανή

Το κείμενο αυτό, μέχρι πρότινος, δεν θεωρούσα σκόπιμο να το γράψω. Καθώς όμως είδα πριν από μια περίπου βδομάδα στην τηλεοπτική εκπομπή «Παρασκήνιο» (ΕΤ1) να γίνεται λόγος για τον παλιό μου μαθητή και αυτόχειρα Γιώργο Φιλιππίδη, σκέφτηκα πως θα μπορούσα κι’εγώ να πω μερικά πράγματα...

Είναι λίγο περίεργη η έδρα διδασκαλάς. Συχνά, από την απόσταση που είσαι, και από την προτεραιότητα που δίνεις στο να κάνεις μάθημα, σου ξεφεύγουν πολλά για την προσωπικότητα του μαθητή και τα ενδιαφέροντά του. Ώρες ώρες όμως πέφτεις μέσα και, σε κάποια παιδιά, μπορείς να διακρίνεις κλίσεις και αρετές που ίσως ο άμεσος περίγυρος των συμμαθητών να μην τις βλέπει. Και κάποια τέτοια ενδιαφέροντα στοιχεία είχα εντοπίσει στο Γιώργο, τη χρονιά που δούλευα σε ένα σχολείο στους Αμπελόκηπους, γύρω στο ’93 με ’94.
Στα μαθήματά μου δεν τα πήγαινε και τόσο καλά. Ωστόσο, σε ζητήματα που τον ενδιέφεραν ήξερε να θέτει εύστοχα ερωτήματα, να χειρίζεται σωστά τη γλώσσα, ακόμα και να διατυπώνει υποθέσεις που μου έδιναν ερεθίσματα να σκεφτώ λίγο πάνω στο αντικείμενο που είχα αναλάβει να διδάξω. Ο προσανατολισμός του ήταν προς τις ανθρωπιστικές επιστήμες και μετά το σχολείο είχε ξεκίνησε σπουδές στη θεατρολογία. Και καθότι τότε μάθαινε ισπανικά, μερικές φορές συζητούσαμε για τη γλώσσα, για τη Λατινική Αμερική και για τον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο. Ως παρουσία μου έδινε τη γοητευτική για μένα εικόνα του «αιθεροβάμονα» ντιλετάντη, που καταπιάνεται με διάφορα πράγματα χωρίς να έχει ξεκαθαρισμένο στο μυαλό του το κατά πού να στραφεί επιστημονικά και επαγγελματικά. Νόμιζα πως θα μπορούσε να ακολουθήσει κάποιους δημιουργικούς δρόμους, από τους οποίους εγώ είχα αποκλειστεί από τα εικοσιδύο μου. Είχα όμως και την έγνοια μην πάθει κανένα στραπάτσο, ως αποτέλεσμα της ενυπάρχουσας δυσαρμονίας μεταξύ υψιπετών αναζητήσεων και πεζής πραγματικότητας. Σε αυτό το σημείο σκεφτόμουν μήπως και τον γείωνε αποτελεσματικά, αλλά διατηρώντας και το ανήσυχο πνεύμα του, κάποια γυναικεία παρουσία, όπως η κοπέλα «με τα έξι γράμματα», στην οποία αναφέρεται υπαινικτικά σε ένα ποίημά του που κυκλοφόρησε μετά θάνατον. Αλλά βέβαια η ζωή προχωράει, συχνά χωρίς να ακολουθεί ευσεβείς πόθους και σενάρια επί χάρτου.
Στα αμέσως επόμενα χρόνια εγώ ακολούθησα τη δική μου πορεία (Μήλος, πανεπιστήμιο, διάφορες οικογενειακές και επαγγελματικές έγνοιες). Με το Γιώργο δεν είχα καμια επικοινωνία, ούτε μάθαινα νέα του. Ωστόσο, το 1999, από μια συζήτηση που είχα στο διάδρομο του γεωλογικού με έναν φοιτητή, πρώην συμμαθητή του, έμαθα τα κακά μαντάτα. Ο Γιώργος είχε αυτοκτονήσει από το 1997. Το να πω ότι συγκλονίστηκα και αναστατώθηκα ίσως να είναι υπερβολικό, αφού δεν είχα ποτέ καμια στενή σχέση με το μακαρίτη. Ένιωσα όμως την πικρία της ματαίωσης (άλλος ένας καλός που δε βρήκε χαϊρι σ’αυτή τη ζωή). Λίγο καιρό μετά βρήκα σε ένα βιβλιοπωλείο μια συλλογή ποιημάτων του με τίτλο «Γαλάζια Μηχανή», που είχε εκδοθεί λίγο μετά το θάνατό του. Δε μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκα από την ποίησή του, η αλήθεια όμως είναι ότι τα διάβασα έχοντας κατά νου το τραγικό συμβάν και προσπαθώντας να καταλάβω τί τον ώθησε στην αυτοχειρία.
Στην τηλεοπτική εκπομπή που είδα, ένας καθηγητής του από το πανεπιστήμιο είπε ότι ο Γιώργος είχε μια «απέχθεια προς τη ζωή». Εγώ θα το τοποθετούσα κάπως διαφορετικά και θα το έλεγα απέχθεια προς τη ζωή που έβλεπε να προβάλλει μπροστά του ως προοπτική: τη ζωή του ενήλικα, με όλα τα άχαρα συμπαρομαρτούντα (υποχρεώσεις, έγνοιες, συμβιβασμοί, παραιτήσεις). Κάπως έτσι έβλεπα κι’εγώ στα είκοσί μου χρόνια τον κόσμο των μεγάλων (γονείς, θείοι, μεγαλύτερα ξαδέρφια), με τον οποίο δεν τα πήγαινα και τόσο καλά και τρόμαζα με τη σκέψη ότι θα γινόμουν σαν κι’αυτούς. Τέλος πάντων, μια υπόθεση κάνω και τίποτα περισσότερο...
Ίσως να υπάρχουν δυο βασικοί τρόποι για να πορευτεί κανείς στη ζωή: ο ένας είναι να αφήσει το χρόνο να κυλήσει, να αποδεχτεί την καθημερινότητα και τη φθορά που αυτή επιφέρει, προσδοκώντας στιγμές ευτυχίας και δημιουργικότητας που θα τον αποζημιώσουν σε κάποιο βαθμό (υπάρχουν κι’αυτές). Ο άλλος τρόπος είναι να βιώσει μια συμπυκνωμένη εκδοχή του χρόνου, αυτόν το χρόνο της εφηβείας και της πρώτης νεότητας, που ξετυλίγεται με απότομες συναισθηματικές μεταπτώσεις και με εμπειρίες που αφήνουν έντονο αποτύπωμα στον ανθρώπινο ψυχισμό, κόβοντας το νήμα της ζωής πριν ξεκινήσει ο πιο γραμμικός, προβλέψιμος, ίσως και μίζερος χρόνος του ενήλικου. Σαν μια φλεγόμενη γαλάζια μηχανή που διανύει μια πεπερασμένη απόσταση με μεγάλη ταχύτητα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Διαλέγετε και παίρνετε...
Να ακούσουμε τώρα την Αλφονσίνα με τη φωνή της Μερσέδες Σόσα. Θαρρώ πως ταιριάζει με την περίσταση.

 
Γιώργος Αιμ. Σκιάνης

1 σχόλιο:

Liza Dionisiadou είπε...

Θα σας πρότεινα να ξαναδιαβάσετε τα ποιήματα του Γιώργου ...επειδή η όλη σας προσέγγιση φανερώνει άνθρωπο με ευαισθησίες.Πιστεύω οτι αξίζει τον κόπο ! τα ποιήματα του δεν είναι ευκολοδιάβαστα. Η ποίησή του ωστόσο είναι επείγουσα και προφητική.Βαθειά ώριμη και κοφτερή σαν ξυράφις ...